Το αριστουργηματικό καθολικό της, μάρτυρας της αναγέννησης του τόπου την εποχή των Παλαιολόγων, είναι το πιο εντυπωσιακό και αντιπροσωπευτικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του Μυστρά, που συνδυάζει επιδέξια την καλλιτεχνική παράδοση του Βυζαντίου με στοιχεία της δυτικής αλλά και της ισλαμικής τέχνης
 
 
 
Στην Κάτω Πόλη του Μυστρά, στον δρόμο που οδηγούσε από την Πύλη της Μονεμβασίας στη Μονή Περιβλέπτου, σε μια απότομη κατωφέρεια, δεσπόζει η ξακουστή Μονή της Παντάνασσας, ορατή σχεδόν από όλα τα σημεία του λόφου. Το αριστουργηματικό καθολικό της, μάρτυρας της αναγέννησης του τόπου την εποχή των Παλαιολόγων, είναι το πιο εντυπωσιακό και αντιπροσωπευτικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του Μυστρά, που συνδυάζει επιδέξια την καλλιτεχνική παράδοση του Βυζαντίου με στοιχεία της δυτικής αλλά και της ισλαμικής τέχνης.
Η μονή αποτελεί το τελευταίο βυζαντινό εκκλησιαστικό κτίσμα που οικοδομήθηκε στην πόλη. Σύμφωνα με την επιγραφή που διατηρειται αμυδρά στο εσωτερικό του καθολικού της, ιδρύθηκε το 1428 από τον Ιωάννη Φραγκόπουλο, πρωτοστράτορα και καθολικό μεσάζοντα, ένα είδος πρωθυπουργού του Μυστρά, γόνο σημαντικής οικογένειας και εξέχουσα πολιτική και στρατιωτική φυσιογνωμία του δεσποτάτου κατά τον 15ο αιώνα. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας η εκκλησία δεν μετατράπηκε σε τζαμί, και η μονή εξακολούθησε να λειτουργεί, όμως τα έτη 1770-1822 εγκαταλείφθηκε. Το 1824, αφού είχε επισκευασθεί, πυρπολήθηκε από τον στρατό του Ιμπραήμ. Σήμερα είναι γυναικείο μοναστήρι, το μοναδικό που λειτουργεί στον Μυστρά.
Το καθολικό της μονής, έχοντας ως πρότυπο τον ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας, κτίστηκε στον λεγόμενο «μικτό» ή «τύπο του Μυστρά». Ο αρχιτεκτονικός αυτός τύπος έχει δύο ορόφους και συνδυάζει την τρίκλιτη βασιλική στο ισόγειο με τον πεντάτρουλο σύνθετο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό στον όροφο, με την προσθήκη υπερώων. Διώροφος είναι επίσης και ο νάρθηκας στα δυτικά, στο μέσο του οποίου υψώνεται ένας ακόμη τρούλος. Τον αρχιτεκτονικό αυτό τύπο κατά κάποιο τρόπο επέβαλε το αυτοκρατορικό τυπικό της Κωνσταντινούπολης, που επικράτησε στον Μυστρά μετά την ίδρυση του δεσποτάτου, το 1349, και προέβλεπε ότι ο δεσπότης και οι άρχοντες παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία από τα υπερώα. Στον εξωτερικό χώρο του ναού, στη βόρεια και στη δυτική πλευρά, υπήρχαν δύο ανοικτές στοές που προσέφεραν υπέροχη θέα προς την κοιλάδα του Ευρώτα. Σήμερα σώζεται ακέραια μόνο η βόρεια. Στη βορειοδυτική γωνία του ναού υψώνεται το επιβλητικό τετραώροφο κωδωνοστάσιο.
 
 
Εξωτερικά, η διακόμηση του μνημείου χαρακτηρίζεται από εκλεκτισμό και δημιουργεί την πολύπλοκη, μοναδική όψη του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανατολική πλευρά του ναού, με τα διακοσμητικά θέματα των ψηλών αψίδων, που δείχνουν την προσπάθεια του τεχνίτη να εντάξει στη βυζαντινή παράδοση φραγκικά στοιχεία. Φραγκικές επιδράσεις αποτυπώνονται και στο καμπαναριό. Στο εσωτερικό του ναού τα περισσότερα γλυπτά προέρχονται από παλαιότερα μνημεία. Αξιόλογες είναι και οι τοιχογραφίες του ναού, οι οποίες ανήκουν σε τέσσερις χρονικές περιόδους. Το παλαιότερο στρώμα, του 1430, σώζεται στα υπερώα, ενώ στο 1444/5 χρονολογείται η προσωπογραφία του άρχοντα Μανουήλ Λάσκαρη Χατζίκη, που βρίσκεται στον νάρθηκα, πάνω από τον τάφο του. Το τρίτο στώμα τοποθετείται στον 17ο αιώνα (ισόγειο, υπερώα) και το νεότερο στον 18ο αιώνα (ισόγειο). Οι τοιχογραφίες του 15ου αιώνα είναι έργα υψηλής ποιότητας, αντιπροσωπευτικά της παλαιολόγειας ζωγραφικής, που διακρίνονται για τη ζωντάνια των μορφών, τον δυναμισμό των παραστάσεων και τα έντονα χρώματα.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ηφαίστου 1 & Κυκλάδων
+30 210 3218880
15354, Γλυκά Νερά