Τοποθετημένο στο λόφο μεταξύ της Σκάλας και της Χώρας, το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης είναι ένα από τα σημεία αναφοράς όχι μόνο της Πάτμου, αλλά του χριστιανισμού παγκοσμίως
 
 
Το σπήλαιο αυτό αποτέλεσε το καταφύγιο του Ηγαπημένου Μαθητή του Ιησού Ιωάννη το 95 μ.Χ. , όταν ο αυτοκράτορας Δομητιανός τον εξόρισε στην Πάτμο, τιμωρώντας τον για την κήρυξη του λόγου του Θεού στην Έφεσο. Όπως καταθέτει όμως ο ίδιος ο Ιωάννης, δεν φτάνει στην Πάτμο ως ένας εξόριστος ηττημένος ή ένας πολιτικός κρατούμενος σε καιρούς χαλεπούς, αλλά ως εξόριστος «εν πνευματική αποστολή», συνεχίζοντας να μεταλαμπαδεύει το Λόγο και την Ουσία του Θεού.
Όπως ο ίδιος ο Ευαγγελιστής μαρτυρεί στην έναρξη του βιβλίου αυτού «Εγώ Ιωάννης, ο και αδελφός υμών και κοινωνός εν τη θλίψει και βασιλεία και υπομονή εν Χριστώ Ιησού, εγενόμην εν τη νήσω τη καλουμένη Πάτμω, δια τον Λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού. Εγενόμην εν πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα και ήκουσα οπίσω μου φωνήν μεγάλην ως σάλπιγγος λεγούσης […]|»
Στην εξορία του και σε αυτή την πνευματική του αποστολή τον συνοδεύει ο πιστός του μαθητής Πρόχορος. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, κατά τη διάρκεια της διαμονής του Ιωάννη στο σπήλαιο, σκίστηκε ο βράχος, και μέσα από τρεις μικρότερες σχισμές, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα, ακούστηκε η φωνή του Θεού, που υπαγόρεψε στον Ιωάννη το Ιερό Βιβλίο της Αποκάλυψης. Ενδέχεται στο ίδιο μέρος να πραγματοποιήθηκε και η συγγραφή του 4ου κατά Ιωάννη Ευαγγελίου.
Από τον 17ο αιώνα ενσωματώθηκε δίπλα στο ιερό σπήλαιο ο ναός της Αγίας Άννας, ο οποίος χτίστηκε από τον Όσιο Χριστόδουλο ως αφιέρωμα προς τη μητέρα της Θεοτόκου και την μητέρα του ίδιου του Οσίου που ονομαζόταν Άννα και της μητέρας του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Δεξιά του ναού βρίσκεται το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης, όπου μέσα σε αυτό βρίσκεται ο ιερός ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Το Σπήλαιο αποτελεί μέρος ενός ενιαίου συγκροτήματος εκκλησιών και άλλων κτισμάτων (αποθήκες, κελιά, παρεκκλήσια) με το όνομα Αποκάλυψη.
Σήμερα, το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης έχει διαμορφωθεί σε λατρευτικό χώρο, όπου δίνεται η δυνατότητα στον προσκυνητή να δει το χώρο στον οποίο γράφτηκε η Αποκάλυψη, να αγγίξει την τριπλή σχισμή στο βράχο, να επεξεργαστεί το σημείο στο οποίο αναπαυόταν ο Ευαγγελιστής, καθώς και να αγγίξει τα κοιλώματα στον βράχο από όπου πιανόταν για να σηκωθεί, ενώ ακόμα έχει δημιουργηθεί σε ύψος ανθρώπινου αναστήματος το αναλόγιο του Προχόρου.
Το σπήλαιο της Αποκάλυψης αποτελεί ένα μέρος κατάνυξης, όπου ο προσκυνητής μπορεί να μυηθεί στην ομορφιά και το δέος με τη σιωπή, την αφή, την προσευχή και την ενόραση, καθώς με τα μάτια μπορεί να αφουγκραστεί την αίσθηση που γεννά η εικόνα του μεγαλοπρεπούς αυτού Ιερού Σπηλαίου.
Το 1999 κηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO μαζί με την Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
 
H Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο

To 1088 η Πάτμος με χρυσόβουλο παραχωρείται από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό στον Όσιο Χριστόδουλο τον Λατρηνό, έναν προικισμένο και μορφωμένο μοναχό από τη Βιθυνία, προκειμένου να ιδρύσει ένα Μοναστήρι προς τιμήν του Ευαγγελιστή Ιωάννη και με αυτόν τον τρόπο να θεμελιώσει και προδιαγράψει την μοίρα του νησιού

Xτισμένη στην κορυφή της Χώρας, η Μονή δεσπόζει σε όλο το νησί και θυμίζει βυζαντινό κάστρο. Αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν ότι χτίστηκε στη θέση αρχαίου ναού της Aρτέμιδος και παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Περιβάλλεται από ακανόνιστο ορθογώνιο αμυντικό περίβολο που χρονολογείται από του τέλους του 11ου αιώνα μέχρι τον 17ο, ενώ από τη βυζαντινή περίοδο διατηρούνται το Kαθολικό, η τράπεζα και τα κελλιά.

Τον 11ο αιώνα ανοικοδομήθηκε το Καθολικό και κατά τον 12ο αιώνα προστέθηκαν τα παρεκκλήσια της Παναγίας και του Οσίου Χριστοδούλου. Στο παρεκκλήσι της Παναγίας, στη νότια πλευρά του καθολικού, ο ζωγραφικός διάκοσμος χρονολογείται στις τελευταίες δεκαετίες του 12ου αι., ενώ την ίδια εποχή και λίγο αργότερα τοιχογραφήθηκε η τράπεζα της Μονής, η οποία βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία του καθολικού.

Tα κελλιά είναι παρατεταγμένα στη νότια πλευρά του οχυρωματικού περιβόλου. Στη Μονή υπάρχουν επίσης παρεκκλήσια των μεταβυζαντινών χρόνων : του Aγίου Bασιλείου, του Aγίου Nικολάου, του Tιμίου Σταυρού, του Προδρόμου, των Aγίων Aποστόλων (1603). Δύο μικρότερα βρίσκονται έξω από τον περίβολο της μονής : του Aγίου Γεωργίου και του Aγίου Oνουφρίου (1611).

Περίφημη θεωρείται η πλουσιότατη Βιβλιοθήκη του Μοναστηριού και η Συλλογή των κειμηλίων του, τα σημαντικότερα δείγματα της οποίας μπορεί να θαυμάσει κανείς στο επισκέψιμο σκευοφυλάκιο, το οποίο περιλαμβάνει έργα αμύθητης αξίας, λειτουργικά αντικείμενα και σκεύη με καλλιτεχνική και παιδευτική αξία και σημασία, καθώς και αρχαιότητες κλασσικών και παλαιοχριστιανικών χρόνων.

 
 
Η βιβλιοθήκη και το αρχείο
Τα χειρόγραφα
Η βιβλιοθήκη της Μονής είναι από τις ελάχιστες μοναστηριακές βιβλιοθήκες που έφτασαν ως τις ημέρες χωρίς να καταστραφεί ολοσχερώς το περιεχόμενό τους. Είναι από τις λίγες βιβλιοθήκες που αν και συγκροτήθηκε τον 11ο αι, μετά το Σχίσμα ωστόσο περιέχει υλικό από την περίοδο πριν το Σχίσμα. Αποτελείται κυρίως από ελληνικά χειρόγραφα. Οι βασικώτερες ομάδες χειρογράφων αφορούν τα κείμενα της Αγίας Γραφής,πατερικά της ησυχαστικής κίνησης, υμνοράφων και μελωδών. Χαρακτηριστικό είναι πως διασώζει τα παλιότερα και καλύτερα Κοντακάρια με ύμνους του Ρωμανού του Μελωδού. Επίσης μουσικά χειρόγραφα με παλαιά παρασημαντική ειρμολόγια και στιχηράρια. Ως προς τα θύραθεν κείμενα διασώζονταν μέχρι τις αρχές του 19ου αι. ο σημαντικώτερος κώδικας Πλατωνικών έργων, έργο του εργαστηρίου του Αρέθα Καισαρείας, ο αρχαιότερος κώδικας του Διόδωρου Σικελιώτη, το αρχαιότερο Ανθολόγιο με ρήσεις και αποφθέγματα αρχαίων και χριστιανών συγγραφέων, σχόλια του Πρόκλου στον Τίμαιο του Πλάτωνα, τραγωδίες του Σοφοκλή. Τέλος σημαντικά είναι τα αγιολογικά έργα με παλιότερο τον κώδικα 254 του 10ου αι.
Τα έγγραφα
Το αρχείο των βυζαντινών εγγράφων της Μονής συγκροτείται από την ίδρυσή της και περιλαμβάνει αρχικά τα ιδρυτικά χρυσόβουλα και τα πρακτικά της παράδοσης της νήσου στον όσιο Χριστόδουλο. Τα έγγραφα εμπλουτίζονται με αυτά πουαφορούν άλλες κτήσεις της μονής μετόχια. Σήμερα σώζονται 150 χειρόγραφα πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα βυζαντινών αιώνων. Χρονολογούνται από τον 11ο αι. έως τον 15ο: 35 χειρόγραφα του 11ου, 27 του 12ου, 65 του 13ου, 6 του 14ου-150υ αι. όσον αφορά όσα δεν μας έχουν σωθεί και για τα οποία μας έχουν σωθεί μαρυρίες έχουμε κατάλογο των αρχών του 13ου αι. με αναφορά σε 200 χειρόγραφα που όμως καταστράφηκαν από τους μοναχούς ως άχρηστα. Πάντως ο αρχαιότερη συνοπτική περιγραφή χειρογράφων τοποθετείται μεταξύ 1193 και 1118. Πολύ σημαντικά είναι τα αυτοκρατορικά έγγραφα-με δωρεές ή υπηρεσίες προς τη μονή,πολύτιμη πηγή για την εσωτερική διοίκηση της αυτοκρατοριαςτης βιβλιοθήκης όπως των Μιχαήλ Ζ' Δούκα, Νικηφόρου Βοτανειάτη, Αλέξιου Α' Κομνηνού και της μητέρας του Άννας Δαλασσηνής, του Ιωάννη και Μανουήλ Κομνηνού[80], του Αλέξιου και Ισάακιου Αγγέλου, του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου και της συζύγου του Θεοδώρας, του Ανδρόνικου Β' και Ανδρόνικου Γ. Επισημαίνεται πως μας έχει σωθεί ο εκτενέστερος σωζόμενος κατάλογος φορολογικών απαλλαγών και που αναφέρεται με το ιδρυτικό χρυσόβουλλο του Αλέξιου Α' Κομνηνού. Πλούσιο είναι και το αρχείο της μεταβυζαντινής περιόδου έως το 1900: 7.500 έγγραφα έως το 1830 και από το 1831 έως το 1900 σε 6.700 έγγραφα περίπου.[82] Στη βιβλιοθήκη της Μονής μας έχει σωθεί ένα από τα παλιότερα χειρόγραφα συγχωροχάρτια, του Μητροφάνη Γ΄(1567).
 
Πηγή: patmos.gr

 

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ηφαίστου 1 & Κυκλάδων
+30 210 3218880
15354, Γλυκά Νερά