Της Γεωργίας Παπαδημητρίου

 

Ο Θανάσης Βέγγος, ο «καλός μας άνθρωπος», ο αιώνιος Έλληνας που σκαρφίζεται διάφορα τεχνάσματα για τα βγάλει πέρα με αξιοπρέπεια, ο σπουδαίος κωμικός, έφυγε από τη ζωή, στις 3 Μαΐου του 2011, βυθίζοντας σε θλίψη το πανελλήνιο. Δεν έτρεχε μόνο στις ταινίες του, αλλά και στη ζωή του. «Εγώ δεν μπορούσα να λειτουργήσω σαν ηθοποιός, να βγάλω κάποιο αστείο, όταν ήμουν βολεμένος, όταν είχα λεφτά», είχε πει ο ίδιος σε κάποια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Στα παιδικά του χρόνια, ξεκίνησε να κάνει μικροθελήματα στη γειτονιά, για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του. Ο πατέρας του, Βασίλης Βέγγος, εργαζόταν στο εργοστάσιο της ΔΕΗ, το οποίο και γλίτωσε κατά την αποχώρηση των Γερμανών, από σαμποτάζ που ετοίμαζαν οι κατακτητές. Τα χρόνια που ακολούθησαν απολύθηκε από την εργασία του, λόγω αριστερών φρονημάτων, γεγονός που προκάλεσε πρόβλημα επιβίωσης στην οικογένειά του. 

Όταν έφτασε η ώρα να πάει στο στρατό, ο Θανάσης Βέγγος στάλθηκε εξορία, ως ''ανεπιθύμητος'' στρατιώτης στη Μακρόνησο. Ο σκηνογράφος Τάσος Ζωγράφος που γνώρισε τον Θανάση Βέγγο στην εξορία της Μακρονήσου είχε εξομολογηθεί στην κάμερα της εκπομπής «Μηχανή του Χρόνου»: «Ήρθε ο Θανάσης όπως όλοι. Κακήν κακώς. Δαρμένος, φοβισμένος, τρομοκρατημένος γιατί και μόνο η λέξη Μακρόνησος τότε σήμαινε, βασανιστήρια, θάνατος, άγνωστο κ.τ.λ.  Γνωριστήκαμε με τον Θανάση που ήταν γλυκύτατος, αεικίνητος, νευρώδης και πεντακάθαρος!».

Τα δύο χρόνια που παρέμεινε στη Μακρόνησο, ο Θανάσης Βέγγος εξαναγκαζόταν να δουλεύει στο γιαπί. Οι εξόριστοι έχτισαν στη Μακρόνησο τρία θέατρα με τα ίδια τους τα χέρια για την "ιδεολογική αναμόρφωση" τους. Σε ένα από αυτά, ξεκίνησε και η μεγάλη σφαγή του διημέρου 29 Φλεβάρη - 1 Μάρτη 1948, στο Α' Τάγμα, όταν εκτελέστηκαν άοπλοι στρατιώτες (350 νεκροί κρατούμενοι)."Θέατρο σήμαινε μερικές χιλιάδες στρατιώτες ανέβαιναν πάνω, ήταν κάτι νταμάρια στο νησί, μάζευαν πέτρα, έβαζαν την πέτρα στον ώμο, έφτανε η πέτρα και τη σωριάζανε σε ένα πλάτωμα που είχαμε σκάψει. Εκεί άρχισε να χτίζεται το θέατρο, το περίφημο θέατρο το Μακρονησιώτικο", θυμόταν ο Νίκος Κούνδουρος μιλώντας στην τηλεοπτική εκπομπή της Μηχανής του Χρόνου. Έτσι, ο Θανάσης Βέγγος όλη τη μέρα κουβαλούσε και έσπαγε πέτρες, με αποτέλεσμα να εξαντλείται και να ζει μέσα στη σκόνη. Το καθημερινό αυτό μαρτύριο στη Μακρόνησο, του δημιούργησε μια εμμονή, τη φοβία του για τη σκόνη, την οποία και "κουβαλούσε" σε όλη τη μετέπειτα ζωή του.  

Ο Νίκος Κούνδουρος είχε ζητήσει να τον αφήσουν να πάει να μείνει σε ένα βουνό μακριά από τους επιτηρητές του. Εκεί συναντήθηκε με τον Θανάση Βέγγο ο οποίος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα από το στρατόπεδο στο βουνό για να του πηγαίνει φαγητό. 

Όπως έχει πει ο σκηνοθέτης, τον Βέγγο τον γνώρισε στο βουνό όπου προσπαθούσε να στήσει ένα αντίσκηνο να κοιμηθεί. Η αλληλεγγύη του Θανάση, τον έκανε να τον πάρει μαζί του στη μετέπειτα συνεργασία τους.
"Τα κιβώτια του μπακαλιάρου τα έχει βουτήξει ο Βέγγος αγκαλιά και τα πετάει χάμω και μου λέει "σύντροφε", λέω "τι συμβαίνει;", μου λέει "μην κοιμάσαι εδώ πέρα τη νύχτα θα πάθεις ζημιά". Και του λέω "τι σε νοιάζει εσένα;". Δεν απάντησε. Άρχισε με ένα σκεπάρνι και κάνει, κάνει, και φτιάχνει ένα κρεβάτι με τα ξύλα από τα κιβώτια του μπακαλιάρου. Μου κάνει "εδώ θα κοιμάσαι όχι στο χώμα". "Τι σε νοιάζει εσένα σύντροφε;", του είπα, ήταν και άσχημος. Και τώρα άσχημος είναι. Λέει, "δεν θα κοιμηθείς στο χώμα"», είχε εξομολογηθεί ο Νίκος Κούνδουρος.
Η συνάντηση του Θανάση Βέγγου με τον Νίκο Κούνδουρο στη Μακρόνησο του χάρισε μετέπειτα, τον πρώτο του ρόλο στην ταινία «Μαγική Πόλη», το 1954. Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα κινηματογραφικά πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως «Ο δράκος», «Διακοπές στην Αίγινα» «Μανταλένα», «Ο Ηλίας του 16ου», «Ποτέ την Κυριακή». Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος ήταν μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία «Οι δοσατζήδες» του 1960. 
Το 1964, σε αναζήτηση καλλιτεχνικής ελευθερίας, ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής ΘΒ-Ταινίες Γέλιου. Την περίοδο 1965-1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε ταινίες όπως «Φανερός πράκτωρ 000», «Τρελός», και «Ποιος Θανάσης;», που εκπλήρωναν το δικό του καλλιτεχνικό όραμα.  Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδήγησαν την εταιρία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία συνήλθε μετά από πολλά χρόνια. Η τελειομανία του Θανάση Βέγγου τον οδήγησε σε πτώχευση. Ο ηθοποιός έχασε ακόμα και το σπίτι του στην Κυψέλη, όπου ζούσε ο ίδιος και η οικογένειά του. Το διαμέρισμα ήταν το μόνο του περιουσιακό στοιχείο, το οποίο είχε αποκτήσει από την υποκριτική. «Εκλεισε την εταιρεία του το 1967 με 7 εκατομμύρια χρέος και έπρεπε να δουλεύει μια δεκαετία για να ξεχρεώνει αυτά που χρωστούσε. Και φυσικά τα ξεχρέωσε όλα. Εμείς σαν παιδιά του τόσο ο Χάρης όσο κι εγώ δεν καταλάβαμε φτώχεια. Κάναμε κανονικά τις διακοπές μας, πηγαίναμε στα ιδιωτικά μας σχολεία. Είχαμε τα πάντα! Η καρδούλα του όμως ήξερε τι περνούσε για να αντεπεξέλθει σε όλα αυτά τα χρέη που είχαν συσσωρευτεί», έχει εξομολογηθεί ο γιος του, Βασίλης στις Εικόνες.
 
Το 2010, σε μία από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του, κατά τη διάρκεια βράβευσής του, ο Θανάσης Βέγγος είχε πει συγκινημένος με τρεμάμενη φωνή: «Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι έκανα πάρα πολύ σπουδαία πράγματα στην καριέρα μου. Για ένα πράγμα όμως σας διαβεβαιώ: ότι στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί».
 
\
 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ηφαίστου 1 & Κυκλάδων
+30 210 3218880
15354, Γλυκά Νερά